Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Συλλέκτες

Συλλέκτης άδειων
κουτιών
εκείνη
κενών
επέκεινα
συλλέκτης
εκείνη
κενών
μίμων
μίμηση
και
πράξη
δεν φτάνει
για να
φτάσεις
τον
ουρανό
ανθρώπινο
είναι
να παλεύεις
με μηχανικές
κινήσεις
μαριονέτας
να χορεύεις
ανθρώπινο
μ'έννοια
μακρινή
απο τον
άνθρωπο
που νιώθεις
όταν συλλέγεις
θρύψαλα
ανθρώπων
από γυαλί
σπασμένων
άστρων
με την ευθύνη
να λάμψουν
όπως πρώτα
και τη γνώση
πως τα χερια σου
θα ματώσουν
ενώνοντας κομμάτια
τα χέρια σου θα ματώσουν
ενώνοντας κομμάτια
τα χέρια σου θα ματώνουν
πάντα
θα συλλέγεις
με
διάφανα
ματωμένα
 χέρια
θραύσματα
πεσόντων
άστρων
ώσπου
να φτιάξεις
απ'την
αρχή
τον
ουρανό.

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011


Έφτασε στο αεροδρόμιο του Μίστ με την τελευταιά πτήση. Οι υπόλοιπες ακυρώθηκαν λόγω κακοκαιρίας. Η εναέρια κυκλοφορία κλειστή. Όλοι οι δρόμοι κλειστοί και η Λίνα περιεργαζόταν τον ουρανό, στημένη κάτω απο τη βροχή. Είχε σταθεί σαν άγαλμα στη μέση του πλημμυρισμένου δρόμου, και κρατώντας τις χούφτες της ενωμένες, μάζευε το νερό της βροχής. Απ'τα μεγάφωνα έφτανε στ'αυτια της ο παραμορφωμένος ήχος της τρίτης συμφωνίας του Προκόφιεφ. Μόνο το τελευταίο μέρος. Προσπαθούσε να ακολουθήσει το ρυθμό, κουνώντας το μπροστινό μέρος του αριστερού της ποδιού. Το νερό, έφτανε ως τους γυμνούς αστραγάλους της, και, κανοντάς την να ανατριχιάζει από το κρύο αγγιγμά του, της υπενθύμιζε πως ήταν ζωντανή, ελεύθερη και δυνατή.



 Τίναξε το πόδι της νευρικά χωρίς καμία αίσθηση ρυθμού. Δεν χρειαζόταν να χαμήλωσει το βλέμμα της για να καταλάβει πως στο γυμνό της δέρμα είχε ακουμπήσει κάποιο νεκρό ζώο. Ένιωσε στον αστράγαλο της το τρίχωμα του να τη γαργαλάει, τη μυρωδιά του να μολύνει το σώμα της και το βρωμερό αίμα του να κολλάει επάνω της. Το κουφάρι ενός αρουραίου επέπλεε δίπλα της. Χαμήλωσε το βλέμμα της και τον παρατήρησε. Ήθελε να κλωτσήσει το θάνατο μακριά της. Δεν το έκανε. Άφησε μόνο το βρόχινο νερό, που κρατούσε στις παλάμες της, να πέσει ρυθμικά στο ψοφίμι, σταγόνα σταγόνα, σαν ιεροτελεστία, σαν μια σιωπηλή ταφή με δίαφανο χώμα, που δεν ήταν αρκετό για να καλύψει την ενοχή της.



 Ξημέρωνε παραμονή Χριστουγέννων, όπως και τη μέρα που έμεινε μόνη στο σπίτι, προσέχοντας τα αδέρφια της. Ξύπνησε απότομα απο τις φωνές των διδύμων. Ένα ποντίκι είχε γεννήσει μέσα στη ντουλάπα του παιδικού δωματίου. Τα δίδυμα δεν ήταν πάνω απο οχτω και η Λίνα, έχοντας τα διπλά τους χρόνια, όφειλε να τα προστατεύσει. Τους ζήτησε να πάνε στο δωμάτιο της, τα καθησύχασε και όταν σιγουρεύτηκε πως εχούν ξανακοιμηθεί, γέμισε μια παλιά λεκάνη με νερό. Έντεκα νεογέννητα ποντίκια με τη βλέννα της γέννας νωπή στη σάρκα τους. Έντεκα γλοιώδη πλάσματα. Έντεκα μηχανικές κινήσεις. Έντεκα κοφτοί ήχοι άνισης πάλης με το νερό και μια πετσέτα για να κρύψει. Πέταξε τη λεκάνη, ύστερα απο πολλές ώρες, χωρίς να κοιτάξει τι απέγιναν τα νεογέννητα. Την πέταξε, όπως ήταν, σκεπασμένη με τ' άσπρο ύφασμα- η τύψη της. Την πέταξε όσο πιο μακριά μπορούσε. Ήλπιζε. Ακόμα ελπίζει.